Τη στροφή της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο την τελευταία δεκαετία αναδεικνύει νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ.
Ευρήματα της μελέτης ΙΝΣΕΤΕ
-Την τελευταία 10ετία η Ελλάδα μετατοπίζεται σταδιακά προς ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα: μετά το 2015 οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται ταχύτερα (Μέσος Ετήσιος Ρυθμός: +7,8%) από τις τουριστικές εισπράξεις (+4,8%) και το ΑΕΠ (+3,4%).
-Η μεταποίηση ενισχύεται: η μεταποιητική παραγωγή αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου +3% (2013-2024), υψηλότερο από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (+2,7%,) ενώ παράλληλα αυξάνεται και η απασχόληση στον κλάδο, με μέσο ετήσιο ρυθμό +2,3% -διπλάσιο της συνολικής απασχόλησης (+1,1%)- και οι επενδύσεις σε μηχανολογικό, μεταφορικό και τεχνολογικό εξοπλισμό (+8,8%).
-Αγροδιατροφικός τομέας: από έλλειμμα 3 δισ. ευρώ το 2008, καταγράφει πλεόνασμα 460 εκατ. ευρώ το 2023 (σύμφωνα με το ΚΕΠΕ).
-Διεθνής Ανταγωνιστικότητα: βελτίωση (υποτίμηση) της Πραγματικής Σταθμισμένης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας του ευρώ για την Ελλάδα, με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος: -32,9% σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2009.
-Παραγωγικότητα: σε περιόδους κανονικότητας αυξάνεται με ικανοποιητικό ρυθμό ετησίως (2017-2019: +1,23%) (2021-2025: +1,9%).
-Απασχόληση: Οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης δημιούργησαν περίπου το 19% των νέων θέσεων εργασίας μετά το 2013: σημαντικό ποσοστό, αλλά πολύ μακριά από το «σχεδόν οι μισές» που συχνά αναφέρεται.
-Τουρισμός: συγκριτικό πλεονέκτημα, όχι δομική αδυναμία. Η αναβάθμισή του μπορεί να στηρίζει τη συνολική παραγωγικότητα και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Η ελληνική οικονομία χωρίς στερεότυπα: παραγωγικό υπόδειγμα και τουρισμός» επανεξετάζει αυτή την εικόνα μέσα από μακροοικονομική ανάλυση και αναδεικνύει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: η χώρα μετατοπίζεται σταδιακά προς ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα, ενώ ο τουρισμός λειτουργεί ως συγκριτικό πλεονέκτημα που μπορεί να ενισχύει, αντί να υποκαθιστά, τη μεταποίηση και την διεθνώς ανταγωνιστική γεωργία.
Απασχόληση:
Η ανάπτυξη του τουρισμού και των συνδεδεμένων κλάδων συνέβαλε καθοριστικά στη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης. Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι η ανάγνωση «η Ελλάδα είναι μόνο καφετέριες» δεν αντανακλά την πραγματική διάρθρωση της απασχόλησης. Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης δημιούργησαν περίπου το 19% των νέων θέσεων εργασίας μετά το 2013: σημαντικό ποσοστό, αλλά πολύ μακριά από το «σχεδόν οι μισές» που συχνά αναφέρεται.
Παραγωγικότητα:
Ένα ακόμη θεμέλιο της κριτικής είναι η διαχρονική εξέλιξη των δεικτών παραγωγικότητας από το 2008 και μετά. Η μελέτη υποστηρίζει ότι οι συγκρίσεις αυτές είναι προβληματικές, λόγω (α) των ακραίων δημοσιονομικών συνθηκών του 2008-2009 που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση, (β) της βαθιάς οικονομικής κρίσης 2009-2016 και (γ) της ριζικής αλλαγής στη μεθοδολογία μέτρησης του ΑΕΠ μετά το 2010 και τις αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις που υποεκτιμούν την πραγματική αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, όπως τονίζεται ανελλιπώς στις ετήσιες εκθέσεις του ΙΝΣΕΤΕ για την ελληνική Οικονομία.
Αντίθετα, σε πιο πρόσφατες περιόδους κανονικότητας, όταν τα δεδομένα γίνονται πιο συνεπή και η οικονομία λειτουργεί ομαλότερα, η παραγωγικότητα εμφανίζει ικανοποιητικούς ρυθμούς αύξησης, ακόμη και παράλληλα με την σημαντική αύξηση της απασχόλησης. Μεταξύ 2017-2019 η παραγωγικότητα αυξήθηκε με Μέσο Ετήσιο Ρυθμό Μεταβολής (MEPM) +1,23% ενώ μεταξύ 2021-2025 αυξήθηκε με ΜΕΡΜ +1,9%.
Η μελέτη καταλήγει ότι η ανάπτυξη του τουρισμού δεν πραγματοποιήθηκε εις βάρος της μεταποίησης ή της διεθνώς ανταγωνιστικής γεωργίας. Οι τομείς αυτοί αναπτύχθηκαν παράλληλα. Σε διεθνές επίπεδο, η αύξηση της παραγωγικότητας τείνει να είναι υψηλότερη όταν οι οικονομίες αξιοποιούν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Ο τουρισμός αποτελεί τέτοιο πλεονέκτημα για την Ελλάδα και η περαιτέρω αναβάθμισή του δεν συνιστά δομική αδυναμία, αλλά στρατηγικό πλεονέκτημα.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις.