Η κυβέρνηση εστιάζει στα θετικά στοιχεία της συνάντησης Μητσοτάκη Ερντογάν, καθώς μετά από περίπου μιάμιση ώρα συνομιλιών οι δύο ηγέτες εμφανίστηκαν δημοσίως να επισημαίνουν τη συναντίληψη που υπάρχει για αποκλιμάκωση της έντασης, περαιτέρω εξομάλυνση των σχέσεων και διατήρηση της ηρεμίας ανάμεσα στις δύο χώρες.

Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι «η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή», ενώ προσθέτουν πως «είναι σημαντικό ότι και οι δύο πλευρές επιθυμούν το κλίμα να μείνει όπως είναι σήμερα και να μην επιδεινωθεί».

Η συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε έπειτα από ενάμιση χρόνο και αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις, δεν έκρυβε εκπλήξεις για καμία από τις δύο πλευρές. Οι δύο ηγέτες κινήθηκαν στην αναμενόμενη ατζέντα, με τον Πρωθυπουργό να θέτει το ζήτημα της άρσης του casus belli και τον Ταγίπ Ερντογάν να αναφέρεται στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως «Τουρκική», όπως έχει πράξει και στο παρελθόν.

«Είναι καιρός να αρθεί κάθε απειλή μεταξύ μας», είπε ο πρωθυπουργός θέτοντας για πρώτη φορά δημόσια ενώπιον του κ. Ερντογάν το ζήτημα αυτό.

Η ελληνική πλευρά επιμένει στη θέση ότι για να ενταχθεί η Τουρκία στο αμυντικό πρόγραμμα SAFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασική προϋπόθεση είναι η άρση του casus belli σε βάρος της Ελλάδας, ξεκαθαρίζοντας πως δεν πρόκειται να άρει το βέτο αν δεν αλλάξει αυτή η κατάσταση.

Παράλληλα, η Αθήνα αξιολογεί θετικά το γεγονός ότι στη συζήτηση τέθηκε και το ενδεχόμενο προσφυγής στη Χάγη για το ζήτημα της οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ — στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, το οποίο αποτελεί τη μοναδική διαφορά που η Ελλάδα αναγνωρίζει στις σχέσεις της με την Τουρκία.

«Αποτελεί τη μόνη διαφορά, η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας. Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό και πιστεύω, κ. Πρόεδρε ότι, στο ίδιο πνεύμα με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Έλληνας Πρωθυπουργός.

Από την πλευρά του ο Ταγιπ Ερντογαν μίλησε για συμφωνίες, που «παρέχουν κοινό έδαφος» και για βούληση να ενισχυθεί περαιτέρω το διμερές εμπόριο, τονίζοντας ότι οι δύο πλευρές συζήτησαν «με κάθε λεπτομέρεια» τα θέματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Τούρκος πρόεδρος επεσήμανε  ότι «παρά τις δυσκολίες υπάρχει λύση» και ότι τα προβλήματα είναι αλληλένδετα, άρα – κατά την τουρκική οπτική – προσφέρονται για συνολική προσέγγιση. Επέμεινε στη διατήρηση ανοικτών διαύλων μεταξύ «γειτόνων και συμμάχων στο ΝΑΤΟ», συνδέοντας τη διμερή σταθερότητα με το ευρύτερο περιβάλλον απειλών.

Παράλληλα, πέρα από όσα ανέφερε για την «τουρκική μειονότητα» στη Θράκη, ο Τούρκος πρόεδρος αναφέρθηκε στη Γάζα και το  Παλαιστινιακό, απορρίπτοντας – όπως είπε – τις ισραηλινές κινήσεις στη Δυτική Όχθη και υποστηρίζοντας ότι η μόνιμη ειρήνη στη Μέση Ανατολή περνά από «δίκαιη λύση» του ζητήματος. 

Πολλοί θεωρούσαν ότι οι εξελίξεις που υπάρχουν σε διεθνές επίπεδο και αφορούν με τον ένα η τον άλλο τρόπο και την Ελλάδα θα έφεραν προβλήματα στις συνομιλίες καθώς με τον ένα η τον άλλο τρόπο η Τουρκική πλευρά κατα καιρούς είχε δείξει την ενόχλησή της. 

Οι συμφωνίες για έρευνες για υδρογονάνθρακες νότια της Κρήτης, η στενή σχέση Ελλάδας – Ισραήλ αλλά και οι έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και η χωροθέτηση των θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο, δεν είχαν περάσει ασχολίαστα  από τους γείτονες μας. 

Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι παρά τις εμπρηστικές δηλώσεις του Ομέρ Τσελίκ και του Χακάν Φιντάν των ο Ταγίπ Ερντογάν έδειξε  με όσα είπε ότι δεν είχε πρόθεση να κλιμακώσει την επιθετική ρητορική και πέραν της αναφοράς σε «τουρκική μειονότητα» της Θράκης, κινήθηκε σε  ήπιους και τόνους. 

Η απάντηση ήρθε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που έκανε λόγο για θρησκευτική μειονότητα στη Θράκη, επισημαίνοντας ότι οι «Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας» και μίλησε για «γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας» από τις δύο μειονότητες σε Ελλάδα και Τουρκία.

Και οι  δύο ηγέτες αναφέρθηκαν στην προοπτική επίλυσης της διαφοράς των θαλάσσιων ζωνών, διπλωματικές πηγές έλεγαν  ωστόσο  ότι  η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι ακόμα μακριά. Και αυτό  γιατί  μέχρι τώρα  δεν έχει βρεθεί  κοινός τόπος για το πλαίσιο και τη διαδικασία που θα οδηγήσει εκεί.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις