Η υπόθεση του παλαιοημερολογίτη ιερέα που συνελήφθη ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης αποκαλύπτει ένα καλά οργανωμένο δίκτυο που συνδύαζε τη διακίνηση ναρκωτικών με τη μεταφορά μεταναστών στο εσωτερικό της χώρας.
Ο 40χρονος ρασοφόρος, γνωστός και από τη δράση του στο YouTube, κατηγορείται για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με δύο διακριτούς επιχειρησιακούς βραχίονες και πολυσύνθετη δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τη δικογραφία της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκληματικής Οργάνωσης και Εμπορίας Ανθρώπων, ο ιερέας, μαζί με τους συγκατηγορούμενούς του Α.Θ., Α.Δ., Δ.Μ. και Ν.Λ., συμμετείχε ενεργά στον πρώτο βραχίονα της ομάδας, ο οποίος είχε αναλάβει τη διακίνηση μεταναστών και τη μεταφορά ναρκωτικών ουσιών σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Οι αρχές εκτιμούν ότι τα μέλη της οργάνωσης εκμεταλλεύονταν τη θρησκευτική τους ιδιότητα για να προσφέρουν «εκκλησιαστική κάλυψη» στις παράνομες δραστηριότητές τους, μεταφέροντας παράτυπους μετανάστες από τη βόρεια Ελλάδα προς το εσωτερικό.
Η εγκληματική δομή λειτουργούσε με αυστηρή ιεραρχία, υπό την καθοδήγηση της Α.Γ., ενώ ο ιερέας φέρεται να είχε ρόλο συνδέσμου και μεταφορέα, οργανώνοντας δρομολόγια και διασφαλίζοντας τη μεταφορά των αλλοδαπών. Στη δικογραφία περιγράφεται χαρακτηριστικό περιστατικό του Σεπτεμβρίου 2025, όταν μέλος της ομάδας συνελήφθη να μεταφέρει έξι παράτυπους μετανάστες, κατόπιν εντολής της Α.Γ. και για λογαριασμό του κυκλώματος.
Οι αστυνομικές έρευνες αποκάλυψαν ότι οι μετακινήσεις του κυκλώματος γίνονταν με ιδιαίτερη μεθοδικότητα, χρησιμοποιώντας προπομπούς, συσκευές παρεμβολής σήματος και κινητά τηλέφωνα καταχωρημένα σε τρίτα πρόσωπα για να αποφευχθεί ο εντοπισμός τους.
Ο 40χρονος παλαιοημερολογίτης ιερέας, που συνελήφθη στη Ρόδο, φέρεται να είχε ενεργή συμμετοχή και στη διακίνηση ναρκωτικών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ποσότητες κοκαΐνης και ακατέργαστης κάνναβης αποθηκεύονταν και διακινούνταν μέσα από τον ναό της οδού Λιοσίων, τον οποίο χρησιμοποιούσαν ως κρυψώνα.
Όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο, οι εμπλεκόμενοι είχαν μετατρέψει τον ιερό χώρο σε «καβάτζα», αποθηκεύοντας εκεί τα ναρκωτικά πριν αυτά διοχετευθούν σε χρήστες και μικροδιακινητές. Οι ιερείς αξιοποιούσαν τη θρησκευτική τους ιδιότητα ώστε να κινούνται χωρίς να κινούν υποψίες, αναλαμβάνοντας προσωπικά τη μεταφορά των ουσιών.
Η επιχείρηση που οδήγησε στην εξάρθρωση της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2025, ταυτόχρονα σε Αθήνα και Ρόδο. Στο Φαληράκι, οι αστυνομικοί συνέλαβαν έναν από τους συνεργούς τη στιγμή που προσπαθούσε να παραλάβει δύο κιλά κοκαΐνης, τα οποία, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., προορίζονταν για διακίνηση στο νησί.
Η αστυνομική επιχείρηση είχε οργανωθεί ύστερα από πολύμηνη παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και φυσική επιτήρηση των μελών της ομάδας. Από τις έρευνες προέκυψε ότι το κύκλωμα διέθετε δύο παράλληλες δομές. Μια που δραστηριοποιούνταν στην πρωτεύουσα, με κέντρο τον ναό στη Λιοσίων, και μία δεύτερη που είχε έδρα την ευρύτερη περιοχή του Ρεγκινίου Φθιώτιδας, όπου βρέθηκε φυτεία κάνναβης.
Η συνεργασία μεταξύ των δύο ομάδων γινόταν μέσω του Ν.Λ., ο οποίος λειτουργούσε ως ενδιάμεσος, εξασφαλίζοντας την τροφοδοσία και τη μεταφορά ναρκωτικών στην Αθήνα. Στην κατοχή του ρασοφόρου με την παρουσία σε καλτ εκπομπές των αρχών της δεκαετίας του 2000, κατασχέθηκε κινητό τηλέφωνο με κάρτα SIM, το οποίο, σύμφωνα με τα εργαστηριακά ευρήματα, χρησιμοποιούνταν για επικοινωνία με τα υπόλοιπα μέλη του κυκλώματος. Η αστυνομία εντόπισε επίσης χρηματικά ποσά, ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας και πλήθος συσκευασιών, τεκμήρια που συνδέονται με τη διακίνηση ναρκωτικών.
Η δικογραφία περιγράφει μια καλά οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα, με επαγγελματική υποδομή και μεθοδολογία, που εξασφάλιζε την αδιάλειπτη λειτουργία της οργάνωσης και παράνομα κέρδη, τα οποία εκτιμάται ότι ξεπερνούν τις 105.000 ευρώ.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις