Έντονο προβληματισμό έχει προκαλέσει στον επιχειρηματικό κόσμο και την ελληνική αγορά η νέα εμπορική συμφωνία, η οποία προβλέπει την επιβολή δασμών ύψους 15% σε προϊόντα ευρωπαϊκής προέλευσης που εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συμφωνία, την οποία πολλοί χαρακτηρίζουν ως «λεόντεια», δημιουργεί σημαντικά εμπόδια για τις ελληνικές εξαγωγές, αυξάνοντας το κόστος τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές.
Οι επιβαρύνσεις αφορούν μεγάλο εύρος τομέων, όπως η αγροτική παραγωγή, η κτηνοτροφία και η βαριά βιομηχανία, με κλάδους όπως ο χάλυβας και το αλουμίνιο να βλέπουν δασμούς που αγγίζουν ακόμη και το 50%. Το επιπλέον κόστος θέτει ισχυρές πιέσεις στις επιχειρήσεις, οι οποίες εξετάζουν το ενδεχόμενο μετακύλισής του στις τελικές τιμές των προϊόντων.
Το αυξημένο κόστος που συνεπάγεται για τις ελληνικές επιχειρήσεις καθιστά δύσκολη τη διατήρηση των τιμών σε ανταγωνιστικά επίπεδα, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι μέρος του οικονομικού βάρους ενδέχεται να μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Αν και εξετάζονται στρατηγικές για την απορρόφηση των επιβαρύνσεων, διατυπώνεται έντονη ανησυχία για την ανθεκτικότητα της αγοράς, καθώς οι συνθήκες απαιτούν άμεσες προσαρμογές και αναπροσαρμογή επιχειρηματικών σχεδίων.
Η διττή αυτή στάση αποκαλύπτει μια δύσκολη εξίσωση: οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντικές προσαρμογές που – έμμεσα ή άμεσα – μπορεί να οδηγήσουν σε νέα κύματα ανατιμήσεων. Σαν να μην έφταναν οι τελωνειακοί δασμοί, οι ελληνικές εξαγωγές δοκιμάζονται επιπλέον από την ενίσχυση του ευρώ έναντι του δολαρίου. Η αυξημένη ισοτιμία έχει ανεβάσει το κόστος εξαγωγής κατά περίπου 17%, προσθέτοντας έναν «αθέατο» δασμό στην ήδη πιεσμένη εξωστρεφή δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις