Αρχική Οικονομία ΤτΕ: Τα υπερβολικά πλεονάσματα επιβαρύνουν τις επόμενες γενιές έως το 2060

ΤτΕ: Τα υπερβολικά πλεονάσματα επιβαρύνουν τις επόμενες γενιές έως το 2060

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τα λάθη της οικονομικής πολιτικής, είτε στο απώτερο είτε στο εγγύτερο παρελθόν, είχαν αποτέλεσμα οι μελλοντικές γενιές να επιβαρυνθούν με πολύ υψηλά πλεονάσματα της τάξης του 2,2% έως το 2060, αναφέρει ο διοικητής Γιάννης Στουρνάρας σχολιάζοντας τη συμφωνία της 21ης Ιουνίου για το χρέος.

Στην Έκθεση της ΤτΕ για τη Νομισματική Πολιτική 217-2018 ο κεντρικός τραπεζίτης αφήνει με αυτόν τον τρόπο αιχμές κατά της οικονομικής πολιτικής των πρόσφατων κυβέρνησεων που εκτίναξαν το δημόσιο χρέος και είχαν ως αποτέλεσμα να επιβληθούν στη χώρα πολύ υψηλά πλεονάσματα. «Ουδεμία χώρα στον κόσμο, με πιθανή εξαίρεση τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, έχει επιτύχει τόσο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Επιπλέον, χαρακτηρίζει ακριβή επιλογή τη δημιουργία τόσο υψηλού ταμειακού αποθέματος (cash buffer) από την κυβέρνηση, έναντι της λήψης πιστοληπτικής γραμμής στήριξης που θα συνεπαγόνταν εξίσου ενισχυμένη εποπτεία, αλλά θα μείωνε το κόστος δανεισμού του Δημοσίου και των τραπεζών και θα μετακύλιε τα οφέλη στην πραγματική οικονομία».

Αφήνει δε ανοιχτό το ενδεχόμενο διατήρησης του waiver, το οποίο θα επιτρέπει στις ελληνικές τράπεζες να δανείζονται φθηνά από το Ευρωσύστημα, καθώς τα χαρακτηριστικά της συμφωνίας (εποπτεία, αιρεσιμότητα, cash buffer) προσομοιάζουν στην προληπτική γραμμή στήριξης που θεωρείται προϋπόθεση από την ΕΚΤ.

Σημειώνει, πάντως, ότι η συμφωνία διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του χρέους σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και θα συμβάλει στην ομαλή έξοδο στις αγορές και στη συνέχιση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.

Προς αυτή τη κατεύθυνση, η συμφωνία περιέχει δύο καταλύτες, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα:

Πρώτον, προβλέπει ενισχυμένη εποπτεία με όρους αιρεσιμότητας, που θα αποτρέψει τον εκτροχιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής και την εγκατάλειψη των μεταρρυθμίσεων. Οι ευρωπαϊκοί Θεσμοί, μαζί με το ΔΝΤ, θα αξιολογούν ανά τρίμηνο τις εξελίξεις στο δημοσιονομικό τομέα και στις μεταρρυθμίσεις και θα υποβάλλουν σχετική έκθεση στο Eurogroup και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η έκθεση θα δημοσιοποιείται και θα αξιολογείται στην πράξη από την αντίδραση των αγορών, η οποία θα είναι αδρός δείκτης της καθυστέρησης ή της προόδου που θα επισημαίνουν οι εκθέσεις των Θεσμών. Εξάλλου, με βάση αυτές τις περιοδικές αξιολογήσεις θα εφαρμόζονται και μέτρα τα οποία τελούν υπό αιρεσιμότητα, όπως οι επιστροφές των κερδών των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος από τα ελληνικά ομόλογα.

Δεύτερον, εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, γεγονός που θα επηρεάσει θετικά τις αγορές και θα ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, αποτελεί κλειδί η συνέχιση της δημοσιονομικής και μεταρρυθμιστικής προσπάθειας για μια μακρά χρονική περίοδο, καθώς και η δέσμευση του Eurogroup να εξετάσει περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του χρέους στη μακροπρόθεσμη περίοδο εάν υπάρξουν απρόβλεπτες δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις.

Η συμφωνία θέτει τις βάσεις για το QE

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της συμφωνίας, δηλαδή η ενισχυμένη εποπτεία και αιρεσιμότητα «αποτελούν ουσιαστικά τις προϋποθέσεις για τη θέσπιση προληπτικής γραμμής στήριξης», αναφέρει ο διοικητής της ΤτΕ και εκτιμά ότι θέτουν τις βάσεις για να εξεταστεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η διατήρηση της «παρέκκλισης» (waiver) για την αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, καθώς και να ενταχθούν στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων (QE).

«Αν συμβεί αυτό, θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν ορισμένα από τα θετικά αποτελέσματα που εκτιμά η Τράπεζα της Ελλάδος ότι θα μπορούσαν να προκύψουν από τη θέσπιση προληπτικής γραμμής στήριξης, κυρίως σε όρους χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας», αναφέρει, επιστρέφοντας την πάγια θέση του υπέρ της λήψης προληπτικής γραμμής στήριξης.

Ενίσχυση του τραπεζικού κλάδου

Θετικές καταγράφονται οι εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα: οι τραπεζικές καταθέσεις του μη χρηματοπιστωτικού ιδιωτικού τομέα αυξάνονται. Από τον Ιούνιο του 2015, οπότε εισήχθησαν οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, οι συνολικές καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες έχουν αυξηθεί κατά 14,6 δισεκ. ευρώ (ή κατά περίπου 9%). Το 2017 περιορίστηκαν οι ζημίες των ελληνικών τραπεζών, ενώ το α’ τρίμηνο του 2018 οι τράπεζες επανήλθαν σε κερδοφορία, η οποία όμως παραμένει αδύναμη. Η κεφαλαιακή επάρκεια διατηρείται σε υψηλό επίπεδο, οι πηγές χρηματοδότησης των τραπεζών έχουν διαφοροποιηθεί, ενώ η υποχώρηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) συνεχίζεται σε συμμόρφωση με τους τεθέντες στόχους. Η ανθεκτικότητα των τραπεζών επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα της πρόσφατης άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, αναφέρει η έκθεση.

Οι τρεις προϋποθέσεις για ανάπτυξη

Με βάση τις παραπάνω εξελίξεις, μπορεί βάσιμα να προβλεφθεί ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί ταχύτερα στο άμεσο μέλλον. Προϋποθέσεις για να συμβεί αυτό είναι:

1. Η διασφάλιση ότι και μετά το τέλος του προγράμματος η οικονομική πολιτική θα παραμείνει προσηλωμένη στις μεταρρυθμίσεις και θα αποφύγει διολίσθηση σε πρακτικές του παρελθόντος που έφεραν την κρίση. Αυτό απαιτεί πρώτον, σταθερή πολιτική βούληση και δεύτερον, δραστική βελτίωση της λειτουργίας των μηχανισμών που καλούνται να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή του δημόσιου τομέα.

2. Η επιστροφή του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές με βιώσιμους όρους. Σε αυτό θα συμβάλουν αποφασιστικά οι αποφάσεις τoυ Eurogroup της 21ης Ιουνίου για την αναδιάρθρωση του χρέους και την ενίσχυση του αποθέματος ρευστότητας, αλλά και η δέσμευσή του ότι θα λάβει περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του χρέους εάν υπάρξουν απρόβλεπτες, δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις.

3. Δεδομένου ότι οι αποφάσεις του Eurogroup συνδέονται με ενισχυμένη εποπτεία και αιρεσιμότητα (που αποτελούν ουσιαστικά τις προϋποθέσεις για τη θέσπιση προληπτικής γραμμής στήριξης), ενώ παράλληλα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, παρέχουν στην ΕΚΤ τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει τη διατήρηση της “παρέκκλισης” (waiver) για την αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως εξασφαλίσεων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Παράλληλα, παρέχουν στην ΕΚΤ τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει την αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων (στην κανονική χρονική περίοδο και στην περίοδο επανεπένδυσης).

Η μείωση του κόστους δανεισμού για το Δημόσιο και τις τράπεζες θα έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία, καθώς εκτιμάται ότι θα μετακυλιστεί στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Κάτι τέτοιο αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της τραπεζικής χρηματοδότησης προς το μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα και την ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη, καταληγει η Έκθεση της ΤτΕ.