ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Υψηλότερες αποδοχές συνεχίζουν να λαμβάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, σε σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα, αποκαλύπτει έρευνα του ΙΟΒΕ. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι γυναίκες είναι πιο καταρτισμένες, αλλά αμείβονται λιγότερο από τους άντρες.

Όπως προκύπτει από την έρευνα του Ιδρύματος Oικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με τίτλο «Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα: Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις», οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αμείβουν τους εργαζόμενους με μισθό χαμηλότερο από ό,τι ο στενός ή ευρύτερος δημόσιος τομέας, και οι σπουδές έχουν μικρότερη επίδραση στον ιδιωτικό σε σχέση με τον δημόσιο.

Επίσης, οι γυναίκες διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από τους άντρες, ωστόσο, ο μισθός των γυναικών είναι χαμηλότερος κατά μέσο όρο από τον ανδρών.

Σύμφωνα με τη μελέτη για τα έτη 2000-2009, η ανεργία είναι χειρότερη για όσους έχουν αποφοιτήσει πρόσφατα από τις σχολές, γεγονός που αναδεικνύει το σοβαρό πρόβλημα απασχόλησης που αντιμετωπίζουν οι νέοι.

Όσον αφορά στο επίπεδο του μισθού, παρότι είναι μειωμένος το 2016 σε σχέση με το 2008, έχει θετική συσχέτιση με το επίπεδο εκπαίδευσης. Η επίδραση του επιπέδου εκπαίδευσης στις αποδοχές από την εργασία διατηρείται, στη διάρκεια της κρίσης, αλλά με μικρότερη ένταση μεταξύ των βαθμίδων εκπαίδευσης.

Το ποσοστό της απασχόλησης δε μειώθηκε σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να είναι το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28 για τη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση, και κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ-28 για τους αποφοίτους χαμηλής εκπαίδευσης. Ενδεικτικά, το ποσοστό απασχόλησης στην ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 66% έναντι μ.ο. 78% στην ΕΕ-28, ενώ τη δεύτερη χειρότερη επίδοση εμφανίζει η Κροατία με 73%.

Οι προκλήσεις για την εκπαίδευση

Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί περιορίζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και την απόδοση της δημόσιας επένδυσης στην εκπαίδευση. Απαιτούν, επομένως, παρέμβαση για τη βελτίωση τους. Η οικοδόμηση ενός νέου παραγωγικού προτύπου, διεθνώς ανταγωνιστικού, με εξαγωγικό προσανατολισμό ειδικότερα σε συνθήκες έντονων τεχνολογικών μετασχηματισμών, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ριζικές αλλαγές και στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην μεριά δηλαδή της προσφοράς δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Με τις παλιές γνώσεις και δεξιότητες δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, χρειάζεται να αντιμετωπιστούν οι εξής επιμέρους προκλήσεις:

  • Ο αναπροσανατολισμός της ανώτατης εκπαίδευσης από την προετοιμασία των αποφοίτων για την απασχόληση στον δημόσιο τομέα στην απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα, και ιδιαίτερα στους τομείς με εξωστρεφή εξαγωγικό προσανατολισμό.
  • Ο αναπροσανατολισμός της μέσης λυκειακής εκπαίδευσης από τη γενική εκπαίδευση στην τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση, με αύξηση της ελκυστικότητάς της και της συμμετοχής των μαθητών σε αυτήν, συνδεδεμένης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
  • Η επανεκπαίδευση των ανέργων αποφοίτων για την επανένταξη τους στην αγορά εργασίας.

Η πρόκληση της αποκατάστασης της βαθιάς ρήξης και της σύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και τις ανάγκες της οικοδόμησης ενός νέου βιώσιμου παραγωγικού προτύπου συνδέεται στενά με την πρόκληση της οικοδόμησης ενός εξωστρεφούς και ευέλικτου εκπαιδευτικού συστήματος σε όλες τις βαθμίδες, που αλληλεπιδρά λιγότερο με το κεντρικό κράτος και περισσότερο με το οικονομικό, κοινωνικό και τοπικό του περιβάλλον, και μπορεί ευκολότερα να αλλάζει και να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Η πρόκληση της σύνδεσης της ελληνικής εκπαίδευσης με την απασχόληση συνδέεται με την πρόκληση της οικοδόμησης, αφενός, ενός συστήματος αυτόνομων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης με ευέλικτη οργάνωση και αποτελεσματική διοίκηση. Αφετέρου, συνδέεται με την οικοδόμηση ενός αποκεντρωμένου συστήματος μέσης εκπαίδευσης συνδεδεμένου σχετικά περισσότερο με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Η αυτονομία όμως των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, η αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, και η αλλαγή των μαθητικών και φοιτητικών ροών εντός του συστήματος απαιτούν την ριζική αλλαγή της διακυβέρνησης, με αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης, διοίκησης και εποπτείας, και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών δομών, καταλήγει η έρευνα.