Αρχική Ασφάλιση Δημόσιοι Υπάλληλοι και συντάξεις, όλα όσα πρέπει να γνωρίζουν

Δημόσιοι Υπάλληλοι και συντάξεις, όλα όσα πρέπει να γνωρίζουν

117
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Εγκύκλιος του Υπ. Οικονομικών και του αν. Υπουργού Γιώργου Χουλιαράκη, σχετικά με το ν.4387/2016 και τη συνταξιοδότηση Δημοσίων Υπαλλήλων-Λειτουργών.

Οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν.4387/2016 αφορούν τους ασφαλισμένους για κύρια σύνταξη στο Δημόσιο, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις οικείες διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ισχύουν κατά περίπτωση κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ή προκειμένου για συντάξεις λόγω θανάτου με βάση τις διατάξεις του ιδίου νόμου.

Το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές (όπως αυτές ορίζονται με τις διατάξεις της παρ. 2α του άρθρου 8), το χρόνο ασφάλισης (όπως ορίζεται στο άρθρο 15) και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης όπως αυτά προκύπτουν από τον πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν.4387/2016 και παρουσιάζεται κατωτέρω:

Το ποσοστό αναπλήρωσης για κάθε έτος ασφάλισης ανά κλίμακα ετών, αντιστοιχεί στο ποσοστό που αναγράφεται στην τρίτη στήλη του πίνακα. Το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης αντιστοιχεί στα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης για το σύνολο του χρόνου ασφάλισης επί των συνταξίμων αποδοχών.

Για τον υπολογισμό το σύνολο του χρόνου ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη με μαθηματική ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων.

Παράδειγμα 1: Ασφαλισμένος με 40 έτη ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 1.000 ευρώ δικαιούται ανταποδοτική σύνταξη ύψους 428 ευρώ υπολογιζόμενη ως ακολούθως:

((15*0,77%)+(3*0,84%)+(3*0,90%)+(3*0,96%)+(3*1,03%)+(3*1,21%)+(3*1,42%)+(3*1,59%)+(3*1,80%)+(1*2,00%))*1.000 = 42,8%*1.000 = 428 ευρώ.

Παράδειγμα 2: Ασφαλισμένος στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με 10.635 ημέρες ασφάλισης (10.635:300=35,45 έτη ασφάλισης) και συντάξιμες αποδοχές 1.000 ευρώ δικαιούται ανταποδοτική σύνταξη ύψους 345,3 ευρώ υπολογιζόμενη ως ακολούθως:

((15*0,77%)+(3*0,84%)+(3*0,90%)+(3*0,96%)+(3*1,03%)+(3*1,21%)+(3*1,42%)+(2,45*1,59%))*1.000 = 34,53%*1.000 = 345,3 ευρώ.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΜΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ

Α) ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΜΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ

Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης ασφαλισμένου, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και επί των οποίων έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.

Ειδικά για αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβάλλονται από 13.5.2016 και εντός του έτους 2016, οι συντάξιμες αποδοχές υπολογίζονται ως ο μέσος μηνιαίος μισθός – εισόδημα του ασφαλισμένου από το έτος 2002 και έως την υποβολή της αίτησης. Εφεξής ετησίως η χρονική περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό των συνταξίμων αποδοχών αυξάνεται κατά ένα έτος.

Παράδειγμα: Ασφαλισμένος μισθωτός υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης την 1.12.2018. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνονται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου που υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 30.11.2018.

Β) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΜΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ

Οι συντάξιμες αποδοχές υπολογίζονται ως ακολούθως:

Κατ’ αρχήν υπολογίζεται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ Κλάδου Σύνταξης (επομένως, συμπεριλαμβάνονται τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα αδείας για τα οποία έχουν καταβληθεί εισφορές) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.

Ο μέσος αυτός όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου είναι το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των αποδοχών του ασφαλισμένου επί των οποίων έχουν καταβληθεί εισφορές υπέρ Κλάδου Σύνταξης (και μέχρι του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών όπως και όπου αυτό προβλεπόταν για τα έτη 2002 και εφεξής) δια του συνολικού χρόνου ασφάλισης του από 1.1.2002 μέχρι την προηγούμενη ημέρα της αποχώρησης του υπαλλήλου – λειτουργού του Δημοσίου ή στρατιωτικού (αναγόμενος ο χρόνος αυτός σε μήνες, π.χ. πλήρης μήνας για το Δημόσιο = 30 ημέρες ασφάλισης).

Οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος προσαυξάνονται κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, η οποία όταν θα προσδιοριστεί, από την αρμόδια για τον καθορισμό Ελληνική Στατιστική Αρχή, θα ακολουθήσουν νέες οδηγίες.

Σημειώνεται ότι, σε κάθε περίπτωση για όλους τους μισθωτούς που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ από 1.1.2017 το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών ανέρχεται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, το οποίο με σημερινά δεδομένα ισούται με 586,08*10=5.860,8 ευρώ. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, και για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών των μισθωτών από 1.1.2017 ως ανώτατο όριο μηνιαίων αποδοχών είναι το ποσό αυτό.

Στην περίπτωση ασφαλισμένων οι οποίοι, υπό την ισχύ του προϊσχύοντος νομοθετικού καθεστώτος κατέβαλλαν εισφορές ανώτερες από αυτές του κοινού καθεστώτος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (6,67% για τον ασφαλισμένο και 13,33% για τον εργοδότη), εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ.1 του ν.4387/2016, δηλαδή το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξής τους για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, θα υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα επιπλέον εισφοράς. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει για τα πρόσωπα που περιγράφονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1 του ν. 3660/2008 (ΦΕΚ Α 78).

Γ) ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Ως συντάξιμες αποδοχές, που αφορούν χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται ως πλασματικός μετά από καταβολή του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς, ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μισθό αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης.

Η ποσοστιαία έκπτωση που παρέχεται στο συνολικό ποσό εξαγοράς σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής του ποσού δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των συνταξίμων αποδοχών. Δηλαδή οι συντάξιμες αποδοχές υπολογίζονται στο αρχικό ποσό εξαγοράς, πριν την εφαρμογή της έκπτωσης.

Σε κάθε περίπτωση, το υπολογιζόμενο ποσό συνταξίμων αποδοχών, που αφορούν χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται ως πλασματικός, θα συνυπολογισθεί για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης εφόσον η αίτηση αναγνώρισης έχει υποβληθεί από το έτος 2002 και εφεξής και θα προσαυξηθεί κατά την ετήσια μεταβολή μισθών από το έτος υποβολής της αίτησης εξαγοράς, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.